Ο αστικός σχεδιασμός των ελληνικών πόλεων και το μοντέλο αστικής ανάπτυξης «συμπαγής πόλη»

Γράφει ο Αθανάσιος Κόκκοτος

Διαχειριστής Περιβάλλοντος-Περιβαλλοντολόγος

 

Σε αυτό το άρθρο γίνεται αναφορά σε δύο είδη αστικής ανάπτυξης, το ένα είναι η «αστική διάχυση», η οποία ακολουθείται κατά κόρον από τις ελληνικές πόλεις και πιο πολύ στην Αθήνα και το άλλο είδος είναι το μοντέλο της «συμπαγούς πόλης». Το μοντέλο της «συμπαγούς πόλης» προτείνεται ως εναλλακτικό μοντέλο αστικής ανάπτυξης απέναντι στην άναρχη «αστική διάχυση», γιατί είναι σε θέση να υποστηρίξει την ανάπτυξη μιας μελλοντικής βιώσιμης φιλικά περιβαλλοντικής αστικής ανάπτυξης. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εξαίρετη και διαφωτιστική εργασία των Πορτοκαλίδη Κωνσταντίνου και Ζυγούρη Φωτεινής (Διδάκτορες του τμήματος  Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του πανεπιστημίου της Θεσσαλίας) με τίτλο Η ιδιότυπη «συμπαγής διάχυση» των ελληνικών πόλεων.

Το Ζήτημα της διάχυσης (εκτός σχεδίου δόμηση)

f7kokotos1Μπορεί να υποστηριχθεί γενικά ότι τα όρια της πόλης δεν περιλαμβάνουν μόνο τη φυσική επέκταση των αστικοποιημένων περιοχών. Η πραγματικότητα είναι ότι o λειτουργικός αστικός χώρος επεκτείνεται και εκτός των πολεοδομικών και διοικητικών ορίων, περιλαμβάνοντας ευρύτερες περιοχές, προάστια και ενδιάμεσους ελεύθερους (αδόμητους, αγροτικούς) χώρους, κάνοντας δυσδιάκριτη την κλασική σχέση μεταξύ του «εντός» και του «εκτός». Το αποτέλεσμα περιλαμβάνει μια συνέχεια στο χώρο, ένα φαινόμενο που αποκαλείται «αστική διάχυση (επέκταση)» (ΕΕΑ, 1995 • ΕΕΑ, 2006).1

Μολονότι αρχικώς θεωρήθηκε ότι η συγκεκριμένη μορφή αστικοποίησης αποτελεί φυσική εισβολή του αστικού στον αγροτικό και φυσικό χώρο εν συνεχεία, η ραγδαία ανάπτυξη του συγκεκριμένου φαινομένου οδήγησε στη μεταβολή της αντίληψης του αστικού χώρου ως ένα αλληλοεξαρτούμενο σύστημα που περικλείει το σύνολο της ανθρωπογενούς δραστηριότητας σε ευρύτερες «αστικές περιφέρειες». Υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, καθίσταται «κενού περιεχομένου» η διάκριση μεταξύ αστικού και εξω-αστικού (αγροτικού) χώρου (Okabe, 2005 Arvanitidis, 2003 Αρβανιτίδης και Δωρής, 2008) και το φαινόμενο της αστικής διάχυσης ως μια πραγματικότητα για τον σχεδιασμό των πόλεων με ευρεία εφαρμογή.2  Παρά την εμφάνιση αναρίθμητων νεολογισμών για την κατάσταση αυτή, ο παλιός ορισμός του Melvin Webber «non-place urban realm» εξακολουθεί να περιγράφει επαρκώς το φαινόμενο (Γερολύμπου και Παπαμίχος, 2004).

Η αστική διάχυση παρουσιάζει διάφορες και διακριτές χωρικές διαμορφώσεις (διατάξεις), που σύμφωνα με τους Gillham (2002) και Couch κ.α. (2005), μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε τέσσερις κύριες κατηγορίες, όπως:

• Την διάσπαρτη (scattered). Εμφανίζεται χωρίς συγκεκριμένη μορφολογία, υπερβαίνει το αστικό περιθώριο και δημιουργεί οικισμούς ή συστάδες κτιρίων που απομονώνονται από την πόλη. Από πολλές απόψεις μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο επιβλαβής, μιας και δημιουργεί την ανάγκη για υποδομές (δρόμοι πρόσβασης κ.λπ.) στις απομακρυσμένες περιοχές και πλήθος άλλων περιβαλλοντικών κυρίως προβλημάτων (κατανάλωση γης, υποβάθμιση κ.λπ.).

• Την αποσπασματική (leapfrog). Χαρακτηρίζεται από μικρές κυρίως περιοχές δόμησης (θύλακες) εντός του αγροτικού και φυσικού χώρου. Μπορεί να διακριθεί από τις δορυφορικές πόλεις και τους οικισμούς, από τη χαμηλότερη πυκνότητα των πρώτων και από την σχεδόν αποκλειστική εμπιστοσύνη στο αυτοκίνητο ως μέθοδος μεταφοράς (έλλειψη υποδομών μέσων μαζικής μεταφοράς).

• Τη γραμμική ή σε λωρίδες (strip). Εμφανίζεται κατά μήκος του βασικού οδικού δικτύου και χαρακτηρίζεται επίσης από πολύ χαμηλή πυκνότητα και πλήρη εξάρτηση από το αυτοκίνητο.

• Η προαστιακή (suburban). Αφορά την οργανωμένη οικιστική ανάπτυξη περιοχών εκτός των πόλεων με χαμηλές πυκνότητες δόμησης (πχ μικρότερη των 25 κατ/Ha) με μοναδική χρήση (κυρίως κατοικία).


Η Συμπαγής Πόλη

f7kokotos2Όπως αναλύθηκε ανωτέρω, η σχεδόν πλήρης αποδοχή της αστικής διάχυσης ως μέσο χωρικής ανάπτυξης και αστικοποίησης, που προέκυψε από την πλήρη υποταγή των συμβατικών διαδικασιών σχεδιασμού στην οικονομία της αγοράς, βρίσκεται σε απόλυτη αντιδιαστολή με τις νέες αρχές και προσεγγίσεις που θεωρούν την πόλη ως τμήμα ενός κοινωνικού και οικολογικού συστήματος χαμηλού αντίκτυπου. Η αντίδραση στη συγκεκριμένη εξέλιξη, προήλθε από την συνεχώς αυξανόμενη σημασία της αειφορίας (Guy και Marvin, 1999) και επιχειρεί να συμπληρώσει την συζήτηση για την επίτευξη της βέλτιστης «ιδανικής» πόλης, που αποτελεί μια διαδικασία τόσο παλαιά όσο και η επιστήμη της πολεοδομίας (Μπαρμόπουλος κ.α., 2005).

Η βιβλιογραφία είναι γεμάτη από μελέτες και έρευνες που προτείνουν εναλλακτικά σχέδια που στηρίζονται σε ένα σύνολο κριτηρίων, πρακτικών, σταθερών και παραδοχών. Μερικά από αυτά εξετάζουν την υφιστάμενη πραγματικότητα των πόλεων και εστιάζουν στα χαρακτηριστικά απόδοσής τους, ενώ άλλα αναζητούν νέες εναλλακτικές μορφολογίες. Η έως τώρα αναζήτηση και η επιστημονική έρευνα, τείνει να συμφωνήσει σε συνεκτικότερες αστικές διατάξεις και υψηλότερες πυκνότητες, που μπορούν να δημιουργήσουν ποικιλομορφία και μικτές χρήσεις γης, να ενθαρρύνουν την βιώσιμη κινητικότητα και τελικά να προκαλέσουν μικρό περιβαλλοντικό ίχνος, δηλαδή μικρότερη κατανάλωση πόρων, προστασία των γεωργικών, δασικών, και αδόμητων εκτάσεων κ.λπ. (Jenks κ.α., 1996). Οι «συμπαγείς πόλεις»5 , ακριβώς επιχειρούν να ικανοποιήσουν και να εντάξουν όλα τα ανωτέρω κριτήρια κάτω από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο θεώρησης του χωρικού σχεδιασμού.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι παρά την εκτενή βιβλιογραφία, δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος και απόλυτα αποδεκτός καθορισμός της έννοιας των συμπαγών πόλεων. Σύμφωνα με τους Thomas και Cousins (1996), χαρακτηριστικό παράδειγμα (υπόδειγμα) αποτελεί η μεσαιωνική πόλη, της οποίας τα όρια είναι σαφώς ορατά και όπου οι δραστηριότητές της είναι περιορισμένες μέσα στους τοίχους (όρια) της. Αντίστοιχα, η Burton (2000, 2001 & 2002), την ορίζει ως μια πόλη σχετικά υψηλής πυκνότητας, με μεικτές χρήσεις γης, που στηρίζεται σε ένα αποδοτικό και ευρύ σύστημα δημόσιων συγκοινωνιών που ενθαρρύνει το περπάτημα και την ποδηλασία. Ο Newman (2000), διατυπώνει ότι η συμπαγής ή συνεκτική πόλη προκύπτει ως η πιο οικονομική αστική δομή για την ενεργειακή κατανάλωση, τη ζήτηση για μετακίνηση, τη παροχή βιώσιμων μεταφορών και γενικά την αποδοτικότητα των πόρων. Επίσης, υποστηρίζει ότι προάγει την κοινωνική δικαιοσύνη, τη δυνατότητα πρόσβασης και την οικονομική βιωσιμότητα.

Ο Lock (1995), την καθορίζει ως μια διαδικασία πλήρους αξιοποίησης του εδάφους που είναι ήδη αστικοποιημένο, πριν γίνει εκμετάλλευση των πράσινων η αδόμητων χώρων (greenfields).

Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη θεωρητική προσέγγιση, παρά τη γενικότητά της, καταλήγει σε κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που πρέπει να υποστηρίζουν οι συμπαγείς πόλεις, όπως παρουσιάζονται παρακάτω. Το όραμά τους προσδοκεί να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής στις αστικές περιοχές αλλά όχι εις βάρος της επόμενης γενεάς, μια ιδέα που είναι συμβατή με τις σημερινές αρχές της αειφορίας. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να θεωρηθούν ως αποτέλεσμα μιας ισχυρής αντίδρασης στις αρχές του μοντέρνου κινήματος και της Χάρτας των Αθηνών.

Χαρακτηριστικά συμπαγών πόλεων

•       Υψηλές πυκνότητες για κατοικία και απασχόληση (εργασία)

•        Μικτές χρήσεις γης στη μικρή (ανθρώπινη) κλίμακα

•        Αυξημένες κοινωνικές και οικονομικές αλληλεπιδράσεις

•        Συνεχής αστική δομή (συνεκτικότητα)

•        Συγκεντρωμένη αστική ανάπτυξη που οροθετείται από τα σαφή όρια

•        Απαραίτητες αστικές υποδομές (ειδικά αποχετεύσεων και νερού)

•        Πολλαπλά μέσα μαζικής μεταφοράς

•        Δυνατότητα και ευκολία πρόσβασης (τοπική και περιφερειακή)

•        Υψηλός βαθμός συνεκτικότητας των οδών, συμπεριλαμβανομένων των πεζοδρομίων και των ποδηλατοδρόμων

•        Υψηλό ποσοστό κάλυψης των επιφανειών

•        Ικανοί και ποιοτικοί ανοικτοί χώροι

•        Συντονισμένος και ολοκληρωμένος χωρικός σχεδιασμός

•        Ικανοποιητική κυβερνητική ικανότητα για χρηματοδότηση των αστικών υποδομών

Πηγή: Newman (2005)

Αναγνωρίζοντας την σπουδαιότητα τέτοιων πολιτικών στον ενιαίο Ευρωπαϊκό χώρο, η θεματική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για το αστικό περιβάλλον (ΕΕΑ, 2006), υποστηρίζει τις συμπαγείς πόλεις για τον σχεδιασμό και διαχείριση του αστικού χώρου, ως την πλέον θεμιτή πρακτική. Αντίστοιχα, στην προσπάθειά της να περιορίσει την αστική διάχυση, δημιούργησε ένα πλαίσιο καλών πρακτικών που βοηθούν στην αντιμετώπισή της, όπως κάτωθι:

• Ανάπτυξη μακροπρόθεσμων σχεδίων που θα προάγουν την αειφόρο ανάπτυξη και θα περιορίζουν την αστική διάχυση, υποστηριζόμενα από συνεχή παρακολούθηση και αναγνώριση των αποτελεσμάτων στον χώρο.

• Εφαρμογή πολιτικών για την επαναχρησιμοποίηση των γκρίζων περιοχών των πόλεων (brown fields) και την επανάκτηση των δημόσιων χώρων για την υποστήριξη πιο συμπαγών μορφών.

• Εφαρμογή μέτρων για την αποφυγή χρησιμοποίησης των αδόμητων (ελεύθερων) χώρων (green fields).

• Αναγνώριση των παραγόντων κλειδιά και η εμπλοκή τους στον σχεδιασμό του χώρου, όπως ο ιδιωτικός τομέας, η τοπική κοινωνία, η κεντρική διοίκηση, η τοπική αυτοδιοίκηση κ.λπ. υπό ένα πλαίσιο αποτελεσματικής αστικής διακυβέρνησης, με κυρίαρχο στόχο την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης.

Πηγή: ΕΕΑ, (2006:44)

f7kokotos3 

Αναπαράσταση μιας «συμπαγούς πόλης»

Η ελληνική πρακτική

Το ελληνικό σύστημα χωρικού σχεδιασμού, στηριζόμενο σε μια φονξιοναλιστική οργάνωση και σε πλαίσια κανονιστικών διατάξεων (Γερολύμπου και Παπαμίχος, 2004), δηλαδή τυπικές αστικές διατάξεις με καθολικό έλεγχο της δόμησης, προσπάθησε να εντάξει τις αρχές των συμπαγών πόλεων, με σειρά νομοθετημάτων. Έτσι, με το Ν.1337/83 επιχειρήθηκε σε πρώτη φάση ο εξορθολογισμός του σχεδιασμού του χώρου. Αφορούσε κατά κανόνα πολεοδομικές αναπτύξεις νομίμων οικισμών και επέκταση σχεδίων πόλης, εντάσσοντας είτε αυθαίρετους οικισμούς, είτε κάνοντας μικρές επεκτάσεις του υφισταμένου οικιστικού ιστού σε αδόμητες περιοχές. Το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν ότι περιλάμβανε για πρώτη φορά δύο φάσεις σχεδιασμού. Στην πρώτη φάση εκπονούνταν το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (εφεξής ΓΠΣ) που περιείχε γενικές αρχές και κατευθύνσεις, περιλαμβάνοντας και τον εξω-αστικό (περι-αστικό) χώρο, ενώ στη δεύτερη φάση εξειδίκευε και υλοποιούσε τους στόχους με διάφορα εργαλεία χωρικού σχεδιασμού. Βέβαια, ως μεταβατικός νόμος λειτούργησε περισσότερο πυροσβεστικά παρά συνολικά και ολοκληρωμένα (Οικονόμου, 2009), εστιάζοντας κυρίως στις επεκτάσεις των σχεδίων πόλης. Ο νέος Ν.2508/97, εισήγαγε της αρχή της αειφορίας (στηριζόμενος κυρίως στη νομολογία του ΣτΕ), αναπτύσσοντας παράλληλα νέα εργαλεία (π.χ. ζώνες απαγόρευσης -προστασίας, αύξηση αρτιότητας κ.λπ.) για τη διαχείριση και τον έλεγχο της δόμησης και εκτός των οικιστικών περιοχών. Έτσι, προέκυψαν για πρώτη φορά το νομοθετικό πλαίσιο και τα εργαλεία για τον έλεγχο και την διαχείριση του εξω-αστικού χώρου.

Βέβαια, πολύ πιο πριν και από το Ν.Δ.1923, είχε προκύψει ο διαχωρισμός των περιοχών σε εντός και εκτός σχεδίου, καθορίζοντας συγκεκριμένες δεσμεύσεις και κανονισμούς δόμησης. Έτσι, η διάκριση των οικιστικών περιοχών από τις λοιπές ήταν σαφής, συγκεκριμένη και οριοθετημένη με αντίστοιχες ζώνες (ρυμοτομικά σχέδια). Σε αυτό το πλαίσιο για τις εντός σχεδίου οικιστικές περιοχές, καθορίζονταν συγκεκριμένοι όροι και χαρακτηριστικά, όπως ο συντελεστής δόμησης (εφεξής ΣΔ), η κάλυψη κ.λπ. και εγκρίνονταν με διατάγματα, χρησιμοποιώντας παράλληλα τις γενικές και ειδικές διατάξεις των Νόμων και των προνοιών του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (εφεξής ΓΟΚ), που ίσχυαν και συνεχίζουν να ισχύουν σε όλο των ελλαδικό χώρο.

Παρόλη όμως την προσπάθεια εφαρμογής ενός συγκεκριμένου κανονιστικού πλαισίου για τη δόμηση και την ανάπτυξη των ελληνικών πόλεων, έχει προκύψει διαχρονικά και μια παράλληλη διαδικασία που παραμένει και σήμερα αναλλοίωτη. Ενώ μπορεί να ειπωθεί ότι τα σχέδια πόλης και οι κανόνες δόμησης, όπου υφίστανται, θέτουν τα όρια της εκμετάλλευσης της γης και επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία, τις αρχές και τις διαδικασίες του σχεδιασμού, η εκτός σχεδίου δόμηση ως η ελληνική πρακτική της αστικής διάχυσης, αποτελεί μια ξεχωριστή εναλλακτική και προοπτική. Ως αρχή τέθηκε για πρώτη φορά με το Ν.Δ/γμα του 19234 , το πρώτο νομοθετικό πλαίσιο για τον σχεδιασμό των πόλεων, που ισχύει έως και σήμερα, αλλά προέβλεπε κάποιες συγκεκριμένες χρήσεις γης (π.χ. βιομηχανία) που δεν μπορούσαν να χωροθετηθούν εντός πόλεων και οικισμών. Η συνέχεια5 , περιέλαβε μια σειρά άλλων χρήσεων έως την τελική κατάληξη όπου επετράπη η κατοικία και ο θεσμός της εκτός σχεδίου δόμησης αποτέλεσε ένα αποδεκτό και θεμιτό κανόνα (Γιαννακούρου, 2004). Σε αυτό συνέβαλαν και οι συνεχείς τροποποιήσεις του που εξουδετέρωσαν βασικές και δομικές διατάξεις (ΙΤΑ, 2006) όπως επίσης και το γενικό φαινόμενο της αυθαιρεσίας.6

Ειδικότερα στην Ελλάδα, τα χαρακτηριστικά της αστικής διάχυσης διαφέρουν σε κάποιο βαθμό, από αυτά των υπολοίπων χωρών, λόγω της συγκεκριμένης «πρωτοτυπίας» της «εκτός σχεδίου δόμησης». Γενικά, η μορφή της είναι ομογενοποιημένη σε όλη την επικράτεια και μπορεί να προσδιορισθεί κάτω από ειδικό πλαίσιο λόγω της μοναδικότητάς της. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα βασικά στοιχεία της και κυρίως οι επιπτώσεις της είναι ανάλογα με αυτά στις υπόλοιπες χώρες, προσεγγίζοντας περισσότερο την διάσπαρτη ή την γραμμική, σύμφωνα με την περιγραφή που προηγήθηκε. Ειδικότερα για την δεύτερη μορφή της, οι αποκλίσεις δόμησης και οι κανονιστικές διατάξεις ουσιαστικά την επικροτούν.

Το συγκεκριμένο φαινόμενο τείνει να επιδεινώνεται αντί να περιορίζεται, σε βαθμό που η αστική διάχυση (εκτός σχεδίου δόμηση), αποτελεί σήμερα μια πολύ κρίσιμη παράμετρο του ελληνικού συστήματος χωρικού σχεδιασμού. Επηρεάζει την ποιότητα της ευρύτερης περιφέρειας των πόλεων και προκαλεί σημαντικό αντίκτυπο στο περιβάλλον (EEA, 1995). Ιστορικά, προκαλούνταν από την αύξηση του πληθυσμού και την εσωτερική μετανάστευση προς τις πόλεις (αστυφιλία). Σήμερα όμως, ενώ η πληθυσμιακή αύξηση είναι μικρή έως και μηδενική, μια σειρά από παράγοντες οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς εντείνουν το συγκεκριμένο φαινόμενο. Η σπουδαιότητά του έγκειται στο γεγονός ότι αφορά όλες τις χρήσεις και όχι μόνο την κατοικία, και αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό σε όλες σχεδόν τις πόλεις ανεξάρτητα από τα γεωγραφικά, οικονομικά και διοικητικά χαρακτηριστικά τους (Ανδρικοπούλου κ.α., 2007).

Κριτική ανάλυση

f7kokotos4Από την ανάλυση που προηγήθηκε, γίνεται σαφές ότι η αστική διάχυση περικλείει το σύνολο της περιφέρειας των ελληνικών πόλεων. Δημιουργεί όμως σημαντικές επιπτώσεις και εντάσεις κυρίως σε περιοχές έντονης οικονομικής δραστηριότητας και συγκεκριμένων χαρακτηριστικών    όπως    οι    παραθαλάσσιοι    τόποι    συγκέντρωσης   τουριστικών δραστηριοτήτων και παραθεριστικής κατοικίας. Αυτή η πραγματικότητα είναι διπλά ανησυχητική, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι αποτελούν κυρίως ευπαθείς περιοχές (πχ παράκτια οικοσυστήματα) ή περιοχές υψηλής αισθητικής και περιβαλλοντικής αξίας. Έτσι, οι ελληνικές πόλεις, που θεωρούνται εν γένει «δεξαμενή» αστικής ποικιλομορφίας λόγω της αρχετυπικής εικόνας της πυκνότητας, της αστικής πολυπλοκότητας και της κοινωνικής δυναμικής που παρουσιάζουν, βάλλονται από τις νέες τάσεις που οδηγούν στην αστική διάχυση (Munoz, 2003).

Αντίστοιχα, για τις εντός σχεδίου περιοχές, σε αντιδιαστολή με ό,τι συνέβη στις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες, η πολιτική που ακολουθήθηκε στη Ελλάδα δεν αφορούσε στην εφαρμογή των αρχών των συμπαγών πόλεων αλλά στη διευκόλυνση της δόμησης με κάθε μέσο και τρόπο, που ουσιαστικά υπονόμευσε διαχρονικά τον ορθολογικό σχεδιασμό και την επίτευξη της αειφορίας των πόλεων (Οικονόμου και Πετράκος, 2004 • Οικονόμου, 2007 • Βλαντού 2008 κ.α.). Υπήρξε μια σχεδόν πλήρης αποδοχή της αστικής διάχυσης ως μέσο χωρικής ανάπτυξης και αστικοποίησης για τις ελληνικές πόλεις, που προέκυψε από την πλήρη υποταγή των συμβατικών διαδικασιών σχεδιασμού στην οικονομία της αγοράς και βρίσκεται σε απόλυτη αντιδιαστολή με τις νέες αρχές και προσεγγίσεις που θεωρούν την πόλη ως τμήμα ενός κοινωνικού και οικολογικού συστήματος χαμηλού αντίκτυπου (WCED, 1987• Williams κ.α., 2000 κ.α.). Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αστικοποίηση που προέκυψε από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οικονομικής ανάπτυξης, όπου η εκμετάλλευση της γης υποσκίασε άλλες χρήσεις όπως η αγροτική κ,λπ. Βέβαια, είναι προφανές ότι τα ζητήματα των ελληνικών πόλεων αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας της χώρας, αποτελώντας τη χωρική έκφραση του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης (Παυλέας κ.α., 2009 • Γερολύμπου και Παπαμίχος, 2004). Η συγκεκριμένη διαπίστωση αφορά μάλλον την «αχίλλειο πτέρνα» του σχεδιασμού και μια οξύμωρη διαπίστωση, μιας και στην επίκληση του κοινωνικού συμφέροντος υποκρύπτεται η άκρατη ιδιοποίηση της γης και η ιδιωτική εκμετάλλευσή της.

Επίσης, οι ρυθμίσεις των χρήσεων γης στο ελληνικό θεσμικό σύστημα, δεν διέπονται από συνολικούς ορθολογικούς κανόνες με γνώμονα την αειφορία, που παραμένει μάλλον στη σφαίρα της θεωρητικής επίκλησής της. Η πραγματικότητα αποτυπώνει έναν ανταγωνισμό στο χώρο, ενταγμένο (υποταγμένο) στους νόμους της αγοράς, της γαιο-προσόδου και της ιδιοκτησίας που αναπτύσσεται εντός των πόλεων, εκτός αυτών και κυρίως κατά μήκος των οδικών αξόνων (Γετίμης, 1989:55-56 • Οικονόμου, 1995 • Αραβαντινός, 1997 κ.α.). Επίσης, οι διατάξεις που διέπουν την εκτός σχεδίου δόμηση, ακόμη και σήμερα είναι γενικές, χωρίς τοπικές και λοιπές εξειδικεύσεις, έχουν συνολικό χαρακτήρα και θέτουν μόνο κάποιους συγκεκριμένους περιορισμούς (όπως αρτιότητα, πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό, γραμμές δόμησης κ.λπ.) που πρακτικά ευνοούν αντί να περιορίζουν τέτοιας μορφής δόμηση (Μπεριάτος κ.α., 1994). Προκύπτει δηλαδή ότι η ελληνική πρακτική της αστικής διάχυσης, αποτελεί ένα από τα πιο προβληματικά παραδείγματα παγκοσμίως, χωρίς σαφές και αποδεκτό πλαίσιο εφαρμογής7.

Μπορεί να χαρακτηρισθεί εύστοχα ως τυχαία και διάσπαρτη «λανθάνουσα αστικότητα» που εντείνεται στο περιθώριο των πόλεων. Χαρακτηριστικά, προκειμένου να αποτυπωθεί με γλαφυρό τρόπο η κατάσταση, ο Βασενχόβεν (1995) αναφέρει ότι η συγκεκριμένη κατάσταση αντιμετωπίζει τον εξω-αστικό χώρο ως «υπολειμματικό» και ο Οικονόμου (1995:64) ότι αποτελεί έναν «υβριδικό» ενδιάμεσο τόπο χωρίς τις απαραίτητες υποδομές.

Οι όψιμες προσπάθειες περιορισμού του συγκεκριμένου φαινομένου μέσω εργαλείων και θεσμικών μέτρων διαχείρισης του εξω-αστικού χώρου (Ν.2508/97, ΖΟΕ8 , Νόμος για την βιοποικιλότητα, ζώνες προστασίας, νέο ΓΠΧΣΑΑ9  κ.λπ.), μπορεί να επιχειρούν να περιορίσουν σε κάποιο βαθμό την εκτός σχεδίου δόμηση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ειπωθεί ότι επιλύουν το πρόβλημα και χαρακτηρίζονται επιεικώς, ως άτολμες. Λειτουργούν αν όχι πυροσβεστικά, σίγουρα αναδρομικά και πολλές φορές υποκριτικά μπρος στους σύγχρονους στόχους του αειφορικού χωρικού σχεδιασμού. Η απαγόρευση της δόμησης χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (σε ζώνες αιγιαλού και παραλίας, σε δασικές εκτάσεις και αρχαιολογικούς χώρους κ.λπ.) ενώ η αύξηση της αρτιότητας που προτάσσεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ως περιοριστικό μέτρο, δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, από τη στιγμή που προκαλεί έντονες κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ακόμη και η αγροτική γη στην Ελλάδα εκλαμβάνεται ως «εν δυνάμει» οικιστικά αξιοποιήσιμη, χαρακτηριστικό που υποκρύπτει μια υπεραξία που χάνεται με τις απαγορευτικές ρυθμίσεις.

Με αυτό τον τρόπο η παθογένεια του αστικού περιβάλλοντος, μεταφέρεται στον εξω-αστικό χώρο και η κυριαρχούσα αντίληψη (κοινωνική και πολιτική) προσανατολίζεται στην κάλυψη των αναγκών στέγασης (πραγματικών ή επενδυτικής υφής), στη διευκόλυνση κάθε μορφής παραγωγικής εκμετάλλευσης και λειτουργιών που συνδέονται με τον χώρο. Ό,τι δεν είναι δάσος (στο βαθμό που αυτό προστατεύεται) και αγροτική γη υψηλής απόδοσης, εκλαμβάνεται ως απόθεμα γης για την ικανοποίηση ποικίλων (πραγματικών ή όχι) αναγκών δόμησης. Έτσι, η επίκληση της αστικής αειφορίας, όπου και όποτε προτάσσεται, αποτελεί μια ψευδεπίγραφη και κενού περιεχομένου θεώρηση.

Σημειώσεις

1.Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (ΕΕΑ, 1995) περιγράφει την αστική διάχυση ως «την χαμηλής πυκνότητας επέκταση μεγάλων αστικών συγκεντρώσεων, συνεπικουρούμενη από τις συνθήκες της αγοράς, κυρίως εντός των αγροτικών περιοχών. Αποτελεί την αιχμή της αστικής μεγέθυνσης και εισάγει τον ελάχιστο σχεδιασμό στην υποενότητα της γης. Η ανάπτυξη είναι ανομοιόμορφη, διασκορπισμένη και εξαρτημένη με τάση για ασυνέχεια». Για περισσότερα βλέπε Nelson και Duncan (1995)· Gillham (2002) κ.α.

2. Για περισσότερα βλέπε Newman και Kenworthy,1989· Breheny, 1992, 1995, 1996, 1997α & 1997β· Hillman,, 1996· Jenks κ.α., 1996· de Roo και Miller, 2000· Burton, 2000 κ.α. 

 3.  Ως χωρικές μορφές, απεικονίζονται ως η μετεξέλιξη της παραδοσιακής ευρωπαϊκής πόλης του 19ου αιώνα και του πρόωρου 20ού αιώνα. Προέκυψαν αρχικά από την δημιουργική εργασία της Jane Jacobs (1961), που πρώτη παρουσίασε μια θεμελιώδη κριτική της ως τότε φορμαλιστικής θεώρησης του χωρικού σχεδιασμού. Στην συνέχεια, έλαβαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά από τους Dantzing και Saaty (1973). Από το 1990 και μετά κυρίως, ένα μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας εστιάζει στις συμπαγείς πόλεις με διάφορες εναλλακτικές διατάξεις όπως η μονοκεντρική, η πολυκεντρική, η αποκεντρωμένη κ.λπ. (Cervero και Kockelman, 1997). 

4. Με το άρθρο 9 του πρωτοποριακού για την εποχή νομοθετήματος επιτρέπεται η επιβολή όρων για λόγους υγιεινής, ασφάλειας, αισθητικής, προς ανέγερση οικοδομών σε οικόπεδα.

5 .Για περισσότερα βλέπε τα ΠΔ της 6/17.10.1978 και της 24/31.05.1985.

6 .Η ευρεία πολεοδομική αυθαιρεσία (υπερβάσεις ΣΔ κλπ) οφείλεται σε πρακτικές και αντιλήψεις που δεν σέβονται τις ισχύουσες διατάξεις και στην κρατική αδυναμία (συνενοχή) ως προς τον περιορισμό του φαινομένου.

7.Αυτή η παραδοχή διαχωρίζει το ελληνικό φαινόμενο με την διεθνή αστική διάχυση που αποτελεί ουσιαστικά και πρακτικά οργανωμένη δόμηση με συγκεκριμένους όρους, προδιαγραφές κλπ, εκτός των συνεκτικών τμημάτων των πόλεων, ταξινομώντας την ως μια υποκατηγορία της διάσπαρτης με ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις.

8. Οι Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) του άρθρου 29 του Ν. 1337/83, αποτελούν ένα κανονιστικό εργαλείο χωρικού σχεδιασμού. Μπορούν να καθορίζονται, είτε γύρω από συγκεκριμένα σχέδια πόλεων και οριοθετημένων οικισμών (παρ. 1, άρθρο 29 του Ν. 1337/83), είτε σε ευαίσθητες περιοχές που βρίσκονται κατά μήκος ακτών ή όχθες δημοσίων λιμνών ή ποταμών ή άλλες περιοχές ειδικής προστασίας (παρ. 2, άρθρο 29 του Ν.1337/83).

 9. Γενικό Πλαίσιο Χωρικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Απόφαση της Βουλής 6876/487/2008 (ΦΕΚ 128Α). Χαρακτηριστικά, υποστηρίζει γενικά τον «σταδιακό περιορισμό και τη βαθμιαία υποκατάσταση της εκτός σχεδίου δόμησης» μέσω εφαρμογής άλλων επί μέρους προβλέψεων.

 

 

Αναζητήστε στην Οίκοpress

Βασίλης Τακτικός

Βασίλης Τακτικός - προσωπικός ιστότοπος

Επισκεφθείτε επίσης

 

bio trikala logo

ΑΜΚΕ Ερύμανθος

Social Activism

paratiritiriokp

solon

Ερύμανθος Κοινωφελής Εργασία

edo-mko

Επισκεφθείτε τα Blog Μας

TheBlogIconBlogger 

Πανελλήνιο Παρατηρητήριο

Βασίλης Τακτικός – Συγγράμματα για την Κοινωνική Οικονομία

Δημοσιογραφία Πολιτών

Συμμετοχική Δημοκρατία

Η Επανάσταση των Social Media

Πράσινες Πόλεις

Υδάτινοι Πόροι και Περιβάλλον

Διαδραστική Παιδεία μέσω της Τέχνης

Κοινωνικά Υποστηριζόμενη Γεωργία

Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας

Social Activism in the World

Κοινωνική Οικονομία

 

Συμπράττων φορέας

Περιφέρεια Αττικής