Διαχείριση Οικιακών Αποβλήτων στην Περιφέρεια Αττικής

Δημοσιεύτηκε: Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012 14:24

Γράφει ο Σταύρος Μαραγκός, Γεωλόγος

Γεωπεριβαλλοντολόγος

Στο άρθρο αυτό θα αναφερθούμε σε ένα θέμα το οποίο έχει εξελιχθεί σε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχει σήμερα σε πανελλαδική κλίμακα ένα αδιέξοδο ως προς την ασφαλή τελική διάθεση των οικιακών απορριμμάτων με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που έχει αυτό στην υγεία των πολιτών και του περιβάλλοντος. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει ακόμη ένα πρόγραμμα ολοκληρωμένης και αξιόπιστης διαχείρισης των οικιακών απορριμμάτων.

Οι περισσότερες χωματερές στην Ελλάδα λειτουργούν χωρίς να τηρούνται οι στοιχειώδεις κανόνες υγειονομικής ταφής δεδομένου ότι η σχετική τεχνογνωσία στη χώρα μας δεν είναι γνωστή, δεν εφαρμόζεται και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί οιοσδήποτε έλεγχος. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να καταδικασθεί η Ελλάδα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δύο φορές, το 1992 και το 1997 για παραβίαση των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ανεξέλεγκτη διάθεση των απορριμμάτων. Αλλά και πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τις παράνομες χωματερές οι οποίες λειτουργούν ανεξέλεγκτα σε πολλές περιοχές της χώρας, αλλά και για τα ελλιπή μέτρα επεξεργασίας των λυμάτων των Αθηνών πριν αυτά καταλήξουν στον Σαρωνικό κόλπο.

Είναι γνωστοί από αρκετά χρόνια ορισμένοι τρόποι διάθεσης των απορριμμάτων και συγκεκριμένα:

Πιστεύω ότι δε χρειάζεται να αναφερθώ στους ΧΥΤΑ διότι η λύση αυτή έχει απορριφθεί, θα μπορούσα να πω, από το σύνολο του Ελληνικού λαού. Άλλωστε όταν οι ΧΥΤΑ κλείνουν συνεχώς στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η σχετική οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απαγορεύει από το τέλος του 2004 δηλ. από πρώτης Ιανουαρίου 2005 τη διάθεση στους ΧΥΤΑ υλικών ενεργειακά εκμεταλλεύσιμων πάνω από 5%, δεν χρειάζεται να γίνει οιαδήποτε αναφορά στη λύση αυτή. Επιτρέπεται μόνο η κατασκευή ΧΥΤΥ δηλ. χώρων στους οποίους θα μεταφέρονται ό,τι μένει υπόλοιπο από υλικά των οποίων έχουμε ήδη εκμεταλλευθεί την ενέργειά τους (Χώροι Υγιεινής Ταφής Υπολειμμάτων). Η απόθεση υλικών σε ειδικά διαμορφωμένους ασφαλείς χώρους θα επιτρέπεται μόνο για τα ιδιαιτέρως τοξικά απόβλητα, για ό,τι μένει από την επεξεργασία των εκρηκτικών και για τα πυρηνικά κατάλοιπα, δηλ. για υλικά ύψιστης επικινδυνότητας, ελπίζοντας ότι σύντομα θα βρεθεί επιστημονικός τρόπος ασφαλούς επεξεργασίας των, ώστε να καταστούν και αυτά ακίνδυνα για το περιβάλλον και κατ’ επέκταση και για τον άνθρωπο.

Η ΚΑΥΣΗ είναι μια παλαιά μέθοδος διάθεσης των απορριμμάτων, άρχισε να εφαρμόζεται από το 1901 σε περιορισμένη καταρχήν κλίμακα και σταδιακά επεκτάθηκε διότι εξασφάλιζε κυρίως σε ψυχρές χώρες θέρμανση. Από τα μέσα του 1970 λειτουργούσαν στη Σουηδία 18 ‘αποτεφρωτήρες απορριμμάτων’ όπως λέγονται οι εγκαταστάσεις αυτές και μέχρι το 1985 έφτασαν τους 27. Ενώ από τη μία πλευρά οι αποτεφρωτήρες των απορριμμάτων αποτελούσαν βασικό οικονομικό στοιχείο μέρους της κοινωνίας της χώρας αυτής γιατί εργάζονταν πολλοί άνθρωποι για την συλλογή και μεταφορά των απορριμμάτων και για την διαλογή τους, από την άλλη λόγω των αυστηρών οδηγιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις εκπομπές ρύπων στο περιβάλλον, αναγκάσθηκαν να θέσουν εκτός λειτουργίας 7 μονάδες ενώ οι υπόλοιπες ανακατασκευάσθηκαν για να επιτευχθεί δραστική μείωση της μόλυνσης του περιβάλλοντος. Ενδεικτικά δίνονται στη συνέχεια ορισμένες επιζήμιες συνέπειες από την καύση των απορριμμάτων:

Λόγω των αυστηρών οδηγιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα επιτρεπόμενα περιθώρια μόλυνσης του περιβάλλοντος από τις βιομηχανίες και συνεπώς και από τους αποτεφρωτήρες των οικιακών απορριμμάτων, πρέπει οι αποτεφρωτήρες να ανακατασκευάζονται συνεχώς ώστε η απόδοσή τους και η ποιοτική τους λειτουργία να συμβαδίζουν με τις προδιαγραφές, πράγμα το οποίο συνεπάγεται πρόσθετη και μεγάλη οικονομική επιβάρυνση.

Ως εκ τούτου, η καύση των απορριμμάτων περιορίζεται σήμερα διεθνώς. Το μεγάλο λοιπόν πρόβλημα από τις διοξίνες  και τα φουράνια το αντιμετώπισαν στη Σουηδία με πάρα πολύ αυστηρά μέτρα ασφαλείας ώστε τελικά, η ποσότητα των στοιχείων αυτών που μέτρησαν σε ολόκληρη τη χώρα να ανέρχεται στην απίστευτη ποσότητα των 3 γραμμαρίων, πολύ κάτω από τα επιτρεπόμενα όρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Μετά από όλα αυτά, θα ’θελα να αναφερθώ με λίγα λόγια σε μία τεχνολογία αρκετά παλαιά η χρήση της οποίας έχει επεκταθεί από αρκετά χρόνια και στην ενεργειακή αξιοποίηση των οικιακών απορριμμάτων: στην ΑΝΑΕΡΟΒΙΑ ΖΥΜΩΣΗ ή ΜΟΝΑΔΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΒΙΟΑΕΡΙΟΥ.

Όπως γνωρίζουμε τα οικιακά απορρίμματα αποτελούνται από τα ανακυκλώσιμα υλικά (χαρτικά, πλαστικά, μεταλλικά, ξύλα κλπ.), από τα αδρανή υλικά (μπάζα),  και από το υπόλοιπο κλάσμα το οποίο είναι η βιομάζα. Και τα μεν ανακυκλώσιμα θα πάρουν τον γνωστό δρόμο για ανακύκλωση, τα αδρανή εφ’ όσον δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν πλέον θα οδηγηθούν στους ΧΥΤΥ, και η βιομάζα η οποία αποτελεί περίπου το 47 έως 50% των οικιακών απορριμμάτων μπορεί να αξιοποιηθεί ενεργειακά όχι με την καύση, αλλά με την Αναερόβια Ζύμωση.

Η Αναερόβια Ζύμωση ξεκίνησε από την Αεριοποίηση η οποία χρησιμοποιήθηκε συγχρόνως το 1798 στη Γαλλία και στην Αγγλία για την εκμετάλλευση του άνθρακα (ήταν ένα είδος μετατροπής στερεών υλικών σε αέριο γι’ αυτό λεγόταν Αεριοποίηση). Με το παραγόμενο αέριο φωτίζονταν κατ’ αρχήν μεγάλα τμήματα του Λονδίνου και αργότερα το χρησιμοποίησαν για την κίνηση οχημάτων, σκαφών, ακόμη και τραίνων. Ιδιαίτερα μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και κατά την διάρκεια του δευτέρου, όταν τα συμβατικά καύσιμα ήταν σπάνια και μόνο για τις πολεμικές επιχειρήσεις διαθέσιμα, για την εξασφάλιση του αερίου-καυσίμου, εκτός από τον άνθρακα, άρχισε και η αεριοποίηση της βιομάζας: ξύλα, κλαδιά, φύλλα και χορτάρι κήπων, υπόλοιπα φαγητών, γεωργικά κατάλοιπα όπως άχυρο, στελέχη από καλαμποκιές κλπ.,  όλα  αυτά και άλλα ακόμη υλικά αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για την παραγωγή του αερίου.

Η Αναερόβια Ζύμωση διαφέρει από την αεριοποίηση των υλικών και είναι η πιο καθαρή και τεχνολογικά η πιο αναπτυγμένη διαδικασία ενεργειακής εκμετάλλευσης του οργανικού κλάσματος των οικιακών απορριμμάτων. Εδώ δεν έχομε την παραγωγή αερίου-καυσίμου όπως στην αεριοποίηση, αλλά βιοαερίου το οποίο παράγεται όχι καίγοντας τα απορρίμματα αλλά θερμαίνοντάς τα στη μεσόφιλη περιοχή, δηλ. μεταξύ 38 και 43 βαθμών Κελσίου χωρίς την παρουσία αέρα δηλ. χωρίς οξυγόνο, γι’ αυτό και αναερόβια. Τα προϊόντα της Αναερόβιας Ζύμωσης είναι περίπου 60% έως 80% Μεθάνιο ανάλογα με την σύνθεση της βιομάζας, 20% Διοξείδιο του Άνθρακα, και είναι δυνατόν να υπάρχουν και ίχνη άλλων αερίων. Το διοξείδιο του άνθρακα δεν διαταράσσει την ισορροπία του οικολογικού συστήματος διότι με την φωτοσύνθεση επιστρέφει εκ νέου στη βιομάζα. Το Μεθάνιο περιέχει υψηλή θερμογόνο ικανότητα δηλ. πολλή θερμότητα και αξιοποιείται πλήρως ενεργειακά διότι καίγεται σε μηχανές εσωτερικής καύσης οι οποίες συνδέονται με γεννήτριες για την παραγωγή ηλεκτρισμού, θερμότητας ή ψύξης. Επισημαίνεται ότι κατά την αναερόβια ζύμωση της βιομάζας, δεν παράγονται διοξίνες και φουράνια τα οποία παράγονται κατά την καύση.

 

Άλλες θετικές ιδιότητες της αναερόβιας ζύμωσης εκτός των ανωτέρω είναι:

Συνοψίζοντας λοιπόν τα πλεονεκτήματα της Αναερόβιας Ζύμωσης για την ενεργειακή εκμετάλλευση των οικιακών απορριμμάτων σε σύγκριση με άλλες τεχνολογίες όπως είναι η καύση και η πυρόλυση μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι:

 

Παράγεται καθαρή, πράσινη ενέργεια δηλ. Ηλεκτρισμός τον οποίο εκμεταλλευόμαστε οικονομικά,

Υποχρεωτικά έχουμε την παραγωγή θερμότητας. Η θερμότητα αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τηλεθέρμανση αλλά αυτό δεν είναι πάντοτε εύκολο έργο. Μπορούμε όμως να την εκμεταλλευθούμε για την παραγωγή ψύξης ή για την παραγωγή ατμού ο οποίος με χρήση ατμοστροβίλου και γεννήτριας δίνει ηλεκτρική ενέργεια, ή εν τελευταία αναλύσει να την αφήσομε προς το παρόν ανεκμετάλλευτη εάν κάποιο από αυτά τα έργα δεν είναι εφικτό,

Παράγεται βιολογικό λίπασμα άριστης ποιότητας το οποίο εμπορευόμαστε, πουλάμε τα ανακυκλώσιμα υλικά,

Απαιτείται περιορισμένη έκταση γης σε σύγκριση με τις άλλες μονάδες, και τέλος το πολύ σημαντικό

Πουλάμε τα δικαιώματα των ρύπων των οποίων οι τιμές καθορίζονται από τα διεθνή χρηματιστήρια.

Η απόσβεση της επένδυσης για την κατασκευή μιας μονάδας Αναερόβιας Ζύμωσης εκτιμάται μεταξύ 5 και 7 ετών. Ως τα τέλη του 2010 λειτουργούσαν στη Γερμανία περίπου 6000 μονάδες με μία εγκατεστημένη ισχύ 2,45 GW και καλύπτονταν οι ενεργειακές ανάγκες σε ηλεκτρισμό περίπου 5,3 εκατομμυρίων νοικοκυριών (σύμφωνα με πληροφορίες του συνδέσμου ιδιοκτητών των μονάδων αυτών).

 

Πηγές : Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο