Γνώριζες πως οι αυξήσεις στα τιμολόγια της Δ.Ε.Η. οφείλονται σε κακή διαχείριση των Α.Π.Ε; (Μέρος Α)

Δημοσιεύτηκε: Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013 13:17

Γράφει ο Αθανάσιος Κόκκοτος

Διαχειριστής Περιβάλλοντος-Περιβαλλοντολόγος

 

Το κείμενο που ακολουθεί εξηγεί πλήρως, πως γίνονται οι αγοραπωλησίες ενέργειας ανάμεσα στην Δ.Ε.Η. και τους ιδιώτες παραγωγούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.). Επίσης εξηγεί, το πως η Δ.Ε.Η. επωφελείται από το υφιστάμενο καθεστώς εκμεταλλεύοντας τις Α.Π.Ε. και ληστεύοντας τους καταναλωτές με την στήριξη του κράτους. Το άρθρο προσπαθεί να ξεμπλέξει τον λαβύρινθο των χρεώσεων που στους περισσότερους παραμένουν άγνωστες αν και τις βλέπουν στο λογαριασμό τους. Εξαιτίας αυτού του λόγου, το άρθρο είναι πολύ μεγάλο και έτσι θα εκδοθεί σε τρείς συνέχειες. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να γίνει ένα ενιαίο κείμενο γι’αυτό ζητάμε την υπομονή σας τρείς εβδομάδες μέχρι την ολοκλήρωσή του. Πάμε να δούμε τι συμβαίνει λοιπόν!

Εισαγωγή

dei 1Λίγο πριν μπει το νέο έτος (2013), έγιναν ευρέως γνωστές σε όλους τους πολίτες οι αυξήσεις του κόστους των τιμολογίων της Δ.Ε.Η. για το 2013 που θα κυμαίνονται περίπου από 14,5% έως 48,7%(1) κάτι, το οποίο προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια από την μεριά των καταναλωτών. Αμέσως, και όπως ήταν φυσικό, διάφορα σχόλια άρχισαν να ακούγονται για τον λόγο αυτών των αυξήσεων (οι οποίες παρεμπιπτόντως ενδέχεται να συνεχιστούν και το 2014) με βασικότερο τον λόγο της Τρόικας και του μνημονίου.

Οι αυξήσεις αυτές αφορούν κυρίως το ΕΤΜΕΑΡ (πρώην ειδικό τέλος ΑΠΕ) για την κάλυψη του ελλείμματος του ΔΕΣΜΗΕ, την προβλεπόμενη επικείμενη πληρωμή μέσα στο έτος των εκπομπών αερίων ρύπων των εργοστασίων της Δ.Ε.Η. που λειτουργούν ακόμη με ορυκτά καύσιμα και τέλος, λιγότερο αφορούν, την πιθανή επαναφορά για την εκμετάλλευση του λιγνίτη που τόσα χρόνια η Δ.Ε.Η. το θεωρούσε "εθνικό πόρο" και τον εκμεταλλευόταν δωρεάν.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΤΜΕΑΡ

Λίγα λόγια για την υφιστάμενη κατάσταση

Σχετικά με την αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ, έχει δημιουργηθεί μια διχογνωμία ανάμεσα στους πολίτες. Αυτή την στιγμή, υπάρχουν δύο ομάδες, σε αυτούς που αντιμάχονται την ανάπτυξη των ΑΠΕ, μέσω του συστήματος των ανεξάρτητων παραγωγών και την επιβολή του ΕΤΜΕΑΡ και σε αυτούς που το υποστηρίζουν.

Η πρώτη ομάδα που αντιμάχεται τις ΑΠΕ θεωρεί πως δεν αναπτύσσονται με σωστό τρόπο, αφού, μόνο ελλείμματα δημιουργούν και ζημιά στην λειτουργία της Δ.Ε.Η., στηρίζοντας την λογική τους, στην τιμή αγοράς της κιλοβατώρας από τους ιδιώτες παραγωγούς και συγκρίνοντάς την με την τιμή πώλησής της στους καταναλωτές.

Συγκεκριμένα πιστεύουν πως η Δ.Ε.Η., αγοράζει στα πλαίσια των εγγυημένων τιμών (feed in tariffs) την κιλοβατώρα από τους παραγωγούς που είναι 0.54σεντς/kwh και την πουλά 0.10σεντς/kwh στους καταναλωτές. Έτσι, δημιουργείται το εύλογο ερώτημα γι’αυτούς, πως τα βγάζει πέρα η Δ.Ε.Η.; Λογικό δεν είναι να δημιουργείται έλλειμμα το οποίο πρέπει να καλυφθεί μέσω του ΕΤΜΕΑΡ, για να πληρωθούν οι παραγωγοί και το κόστος αυτό να βαραίνει τον καταναλωτή;

Αν και η λογική αυτή εκ πρώτης φαντάζει σωστή, δείχνει την έλλειψη ενημέρωσης για το πώς γίνονται οι αγοραπωλησίες ενέργειας στο χώρο της ηλεκτρικής παραγωγής, η Δ.Ε.Η. δεν αγοράζει σε εγγυημένες τιμές αλλά, σε τιμές αγοράς. Αυτό θα αναλυθεί εκτενώς αργότερα, πριν όμως μεταβούμε εκεί, ας δούμε ποια η σημασία των εγγυημένων τιμών ώστε να ξεκαθαρίζουν ένα-ένα τα πράγματα.

Οι εγγυημένες τιμές (feed in tariffs)

dei 2Οι εγγυημένες τιμές (feed in tariffs) είναι οι τιμές αγοράς της κιλοβατώρας που παράγεται από παραγωγούς ΑΠΕ από τους προμηθευτές. Η Ελλάδα, μέχρι και το προηγούμενο έτος (2012), είχε και συνεχίζει να έχει, την υψηλότερη τιμή σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης (περίπου 0.54σεντς/kwh) και αυτό έγινε με σκοπό να δοθεί το κατάλληλο εκείνο κίνητρο που χρειάζονταν, στους πολίτες, για να αρχίσουν να εγκαθιστούν συστήματα φ/β στις ιδιοκτησίες τους. Δηλαδή, έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν, την επένδυση των φ/β θελκτική και προσοδοφόρα.

Οι τιμές αυτές όμως, δεν είναι επ’αόριστον οι ίδιες και εξαρτώνται κατά πολύ από την εξέλιξη της τεχνολογίας των φ/β.

Έτσι, την εποχή που τα φ/β ξεκίνησαν να διαφημίζονται στην χώρα μας ως μια συμφέρουσα επένδυση, με ορίζοντα απολαβών 20ετίας και με εξόφληση του δανείου εγκατάστασης στην 5ετία, οι υψηλές εγγυημένες τιμές που θεσπίστηκαν, με βάση την δεδομένη τεχνολογία απόδοσης και εγκατάστασης των φ/β της εποχής εκείνης, ήταν οι κατάλληλες για να διατηρήσουν αυτή την υπόσχεση. Επομένως, υπήρξε τότε, πολύς κόσμος πρόθυμος να εγκαταστήσει φ/β, αφού την έβλεπε ως μια συμφέρουσα επένδυση που άξιζε τον κόπο (κέρδη για 15 χρόνια).

Στην περίπτωση που οι εγγυημένες τιμές ήταν χαμηλές, θα είχε ως συνέπεια να επιμηκύνονταν η εξόφληση του δανείου εγκατάστασης στα 10 χρόνια, με αποτέλεσμα ο παραγωγός να περιμένει πολλά χρόνια για να δει κάποιο κέρδος. Αυτό θα είχε σαν συνέπεια να μην θέλει κανένας να εγκαταστήσει φ/β. Καθώς όμως η τεχνολογία των Φ/β συστημάτων εξελίσσεται αλματωδώς και ολοένα καλύτερα και αποδοτικότερα συστήματα με χαμηλό κόστος εγκατάστασης βγαίνουν στην αγορά, οι εγγυημένες τιμές ήδη, μειώθηκαν τον περασμένο Αύγουστο (2012) για τους νεοεισερχόμενους παραγωγούς και αναμένεται νέα μείωσή τους τον Φεβρουάριο του 2013(2). Οι εγγυημένες τιμές θα συνεχίσουν να υποχωρούν και τα επόμενα χρόνια, μειούμενες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρείτε πάντα το χρυσό νούμερο των 15ετών κερδοφορίας που κάνει συμφέρουσα την επένδυση των φωτοβολταικών.

Η μείωση των εγγυημένων τιμών λοιπόν, σταδιακά θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση του ελλείμματος του ΔΕΣΜΗΕ. Όμως, το έλλειμμα αυτό δεν οφείλεται στις εγγυημένες τιμές και η άδικη απόφαση του κράτους να περιορίσει την είσοδο νεοεισερχόμενων επενδυτών ΑΠΕ στην αγορά για να μην αναγκαστεί ο ΔΕΣΜΗΕ να πληρώνει περισσότερους παραγωγούς με εγγυημένες τιμές, είναι τουλάχιστον μια σπασμωδική και άτοπη κίνηση.Άλλωστε, το γεγονός ότι το έλλειμμα του ΔΕΣΜΗΕ δεν οφείλεται μόνο από τις εγγυημένες τιμές, αλλά και από άλλους παράγοντες, το αναγνωρίζει και το ΥΠΕΚΑ όπως φαίνεται σε απόσπασμα σχετικής του ανακοίνωσης. «Οι στρεβλώσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο, οι κακοί υπολογισμοί, η σημαντική απόκλιση των πραγματικών μεγεθών και των εκτιμήσεων των παραμέτρων που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του ΕΤΜΕΑΡ, οι οφειλές των εταιρειών Energa και Hellas Power, που παραμένουν σε δεσμευμένους λογαριασμούς και οι καθυστερήσεις χρόνων, έφτασαν σε σημείο κατάρρευσης την αγορά ενέργειας, που θα προκαλούσε ανυπολόγιστες ζημιές στην οικονομία της χώρας. Αρχικοί υπολογισμοί για τη διάσωση της αγοράς οδηγούσαν σε υπέρογκες επιβαρύνσεις των απλών καταναλωτών, οι οποίοι θα καλούνταν για ακόμη μια φορά να σώσουν την κατάσταση με κατακόρυφες αυξήσεις στα τιμολόγια ρεύματος».(3)

Ένα τελευταίο επιχείρημα το οποίο παρουσιάζει η ομάδα αυτή, που αντιμάχεται τους μικρούς ιδιώτες παραγωγούς φ/β συστημάτων είναι ότι, η ίδια η Δ.Ε.Η. θα έπρεπε να είχε δημιουργήσει δικές της μονάδες παραγωγής ενέργειας από φ/β, έτσι ώστε να μην αναγκάζεται να την αγοράζει. Αυτό, αν και φαίνεται πως έχει μια λογική, φαίνεται να υποστηρίζει νοοτροπίες ενός παλιότερου κόσμου που εδώ και 22 χρόνια η κοινωνία τις ξεπέρασε. Σήμερα, στην αγορά, επικρατεί το νεοφιλελεύθερο πνεύμα, θα ήταν άτοπο αν μια σχεδόν κρατική γραφειοκρατική εταιρεία όπως η Δ.Ε.Η. αναλάμβανε εξολοκλήρου την είσοδο των ΑΠΕ στην χώρα. Οπότε, εφόσον υπάρχει το σημερινό σύστημα, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στα προβλήματα που αυτό παρουσιάζει σήμερα και όχι τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν ήμασταν στη ψυχροπολεμική περίοδο. Παραπέρα ανάλυση επ’αυτού, ξεφεύγει των σκοπών του κειμένου και αναλώνεται σε συζήτηση περί οικονομικού-κοινωνικού συστήματος. 

Τι είναι τελικά αυτό το "μυστήριο" τέλος ΕΤΜΕΑΡ;

dei 3Το τέλος ΕΤΜΕΑΡ (Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων) είναι εξέλιξη του πρώην γνωστού ειδικού τέλους για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.). Το ειδικό τέλος Α.Π.Ε. έχει θεσπιστεί με τον νόμο του 2773/1999 άρθρο 40 ,και μέχρι το 2010 ήταν ενιαίο για όλους τους καταναλωτές σε όλη την επικράτεια της χώρας όμως, με την έκδοση νέου νόμου 3175/2003 άρθρο 23, παράγραφος 20, προβλεπόταν, η δυνατότητα εφαρμογής μιας νέας μεθοδολογίας επιμερισμού του τέλους στις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και η οποία άρχισε να εφαρμόζεται από το 2010 και μετά.

 

Η μεθοδολογία αυτή, εδραιώθηκε από τον ακόλουθο νόμο 4062/2012 άρθρο 39. Με βάση λοιπόν τους παραπάνω νόμους, οι τιμές του τέλους του ΕΤΜΕΑΡ σήμερα ανά καταναλωτή διαφέρουν, γι’αυτό και κάποιοι τομείς, κυρίως αυτοί που χρησιμοποιούν ρεύμα υψηλής τάσης (βιομηχανίες κ.λπ.) έχουν μικρότερο συντελεστή φορολογίας σε σχέση με τις οικίες που καταναλώνουν ρεύμα χαμηλής τάσης και έχουν τον μεγαλύτερο συντελεστή. Αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στην απόφαση της Ρ.Α.Ε. για το καθορισμό του ΕΤΜΕΑΡ για το προηγούμενο έτος 2012 (απόφαση ΡΑΕ υπ’ αριθμό. 1453/2011).(4)

 

Σημειωτέον, ότι με βάση προηγούμενη απόφαση της ΡΑΕ (2211/2010),υπάρχει πλαφόν στο ποσό που πληρώνει ένας μεγάλος καταναλωτής μέσω του τέλους ΑΠΕ. Το πλαφόν αυτό ορίστηκε στις 735.296 €. Ακόμη λοιπόν κι αν αντιστοιχεί τέλος ΑΠΕ αρκετών εκατομμυρίων σε ένα μεγάλο καταναλωτή, αυτός πληρώνει έως το ποσό που επιβάλει το πλαφόν, μειώνοντας έτσι σημαντικά την ποσοστιαία συμμετοχή του τέλους ΑΠΕ στο συνολικό κόστος ενέργειας της επιχείρησης.

 

Ποια η χρησιμότητα του ΕΤΜΕΑΡ;

 

dei 4Κύρια χρησιμότητα του ΕΤΜΕΑΡ είναι να μαζεύει οικονομικούς πόρους σε ειδικό λογαριασμό, μέσω του οποίου πληρώνονται οι παραγωγοί ενέργειας από ΑΠΕ. Για να κατανοήσουμε όμως πλήρως την χρησιμότητα αυτή, θα πρέπει να εξηγήσουμε πως γίνονται οι αγοραπωλησίες της κιλοβατώρας μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών.

 

Κάθε χρόνο λοιπόν, οι προμηθευτές ενέργειας οι οποίοι είναι σε θέση να παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια στο σύστημα, εκτιμούν την ετήσια ζήτηση σε κατανάλωση και με βάση αυτήν την εκτίμηση εξοπλίζονται (π.χ. ύψος ποσού παραγγελίας αγοράς πετρελαίου για τις μονάδες των νησιών) για να την καλύψουν. Καθώς το έτος κυλάει κάθε μέρα, διαμορφώνεται μια νέα ζήτηση, η πραγματική ζήτηση. Με βάση λοιπόν τώρα την νέα αυτή πραγματική ζήτηση, καθορίζουν το ποσό ενέργειας που θα προμηθεύσουν στην αγορά για να την καλύψουν. Μέσω των νόμων της ελεύθερης αγοράς προσφοράς-ζήτησης, καθορίζεται κάθε μέρα η τιμή πώλησης και αγοράς της κιλοβατώρας (χρηματιστήριο κιλοβατώρας) η τιμή αυτή λέγεται Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ).

 

Ας υποθέσουμε πως μια πόλη θέλει να καταναλώσει μια συγκεκριμένη μέρα του έτους 100ΜW, με βάση τον νόμο 2773/1999 άρθρα 35, 36,37,38 και 39, δίνεται προτεραιότητα για την κάλυψη αυτή στις ΑΠΕ. Έστω ότι οι ΑΠΕ καλύπτουν τα 40ΜW που απαιτούνται, για να καλυφτούν τα υπόλοιπα 60ΜW, συμβάλει η Δ.Ε.Η. με τις μονάδες ορυκτών καυσίμων. Επιλέγει πρώτα τις μονάδες εκείνες που προσφέρουν την χαμηλότερη τιμή της Kwh προς αγορά, έστω λοιπόν, ότι βρίσκει μια μονάδα που παρέχει 30MW με 0.04σεντς/kwh και μια άλλη που παρέχει τα υπόλοιπα 30ΜW με 0.07σεντς/kwh η ΟΤΣ κλειδώνει στην ακριβότερη τιμή, δηλαδή αυτή με τα 0.07σεντς/kwh.

 

Η Δ.Ε.Η. λοιπόν, βάσει του νόμου 2773/1999 αγοράζει το ρεύμα από όλους τους παραγωγούς συμπεριλαμβανομένων και των παραγωγών ΑΠΕ, με 0,07σεντς/kwh και όχι με τις εγγυημένες τιμές που είναι 0,54σεντς/kwh πουλώντας την περίπου 0,10 σεντς/kwh στους καταναλωτές. Επειδή λοιπόν ο νόμος είναι παλιός και εκείνη την εποχή η συμβολή των ΑΠΕ ήταν σχεδόν μηδενική, δεν αναγνωρίζει την προσφορά των ΑΠΕ για την κάλυψη των αναγκών σε ενέργεια και εκτιμά την τιμή αγοράς σύμφωνα με τις μονάδες ορυκτών καυσίμων της. Αυτό σημαίνει πως σχεδόν πάντα, αγοράζει ρεύμα από τους παραγωγούς ΑΠΕ πολύ χαμηλότερη από τις εγγυημένες τιμές και έτσι να έχουν ζημιά. Για να επιλυθεί αυτό το ζήτημα και να μην πέσουν έξω οι παραγωγοί ΑΠΕ, αντί να τροποποιήσουν τον νόμο, θεσπίστηκε το ΕΤΜΕΑΡ, το οποίο στην ουσία είναι η διαφορά 0,54σεντς/kwh (εγγυημένη τιμή) – 0,07σεντς/kwh (τιμή αγοράς, ΟΤΣ) = 0,47 σεντς/kwh και την οποία πληρώνει φυσικά ο καταναλωτής.

 

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ Β ΜΕΡΟΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ εδώ

 

Πηγές

  1. Μετά τη γνωμοδότηση της ΡΑΕ, τις τελικές αποφάσεις θα λάβει το ΥΠΕΚΑ, αυξήσεις έως και 48,7% προτείνει η ΔΕΗ για το 2013
  2. Ειδικό αφιέρωμα του έθνους της Κυριακής (21/10/2012) άρθρο με τίτλο «Οι νέες τιμές στην αγορά της ηλιακής ενέργειας» του Μάκη Αποστόλου
  3. Φωτοβολταϊκά: Στοπ σε νέες άδειες, μείωση των εγγυημένων τιμών, ενεργοποιείται παράλληλα ο νόμος για απόδοση μέρους του τέλους ΕΡΤ
  4. Απόφαση ΡΑΕ Υπ’ αριθμ. 1453/2011